Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
festlegen
01
δεσμεύομαι, παίρνω οριστική απόφαση
Eine endgültige Entscheidung treffen oder eine verbindliche Zusage machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
fest
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege fest
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt fest
ενεστώτα μετοχή
festlegend
απλός αόριστος
legte fest
παθητική μετοχή
festgelegt
Παραδείγματα
Er hat sich festgelegt, das Projekt zu übernehmen.
Δέσμευσε να αναλάβει το έργο.
02
καθορίζω, ορίζω
Regeln, Bedingungen oder technische Einstellungen definitiv bestimmen
Παραδείγματα
Der Chef legte die Arbeitszeiten fest.
Ο προϊστάμενος καθόρισε τις ώρες εργασίας.
Λεξικό Δέντρο
festlegen
fest
legen



























