Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Fernbedienung
01
τηλεχειριστήριο, κονσόλα τηλεχειρισμού
Ein Gerät, mit dem man Fernseher oder andere Geräte aus der Entfernung steuert
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Fernbedienung
πληθυντικός τύπος
Fernbedienungen
Παραδείγματα
Die Batterie der Fernbedienung ist leer.
Η μπαταρία του τηλεχειριστηρίου είναι άδεια.
Λεξικό Δέντρο
fernbedienung
fern
bedienung



























