Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Feierabend
[gender: masculine]
01
βραδινό πάρτι, ελεύθερος χρόνος το βράδυ
Die Zeit am Abend, die man nach der Arbeit zum Feiern oder Entspannen nutzt
Παραδείγματα
Zum Feierabend sind alle müde, aber glücklich.
Στο τέλος της εργάσιμης ημέρας, όλοι είναι κουρασμένοι αλλά ευτυχισμένοι.
02
τέλος της εργάσιμης ημέρας, τέλος της εργασίας
Die Zeit, wenn die Arbeit für den Tag beendet ist
Παραδείγματα
Am Feierabend schalte ich das Handy aus.
Στο τέλος της εργάσιμης ημέρας κλείνω το τηλέφωνο.


























