fehlschluss
fehlschluss
fe:lʃlʊs
φελσλουσ

Ορισμός και σημασία του "fehlschluss"στα γερμανικά

01

πλάνη, λογικό σφάλμα

Eine falsche Schlussfolgerung oder ein logischer Fehler im Denken 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Fehlschlüsse
γενική πτώση
Fehlschlusses
Παραδείγματα
Er machte einen Fehlschluss in seinem Argument. 

Έκανε ένα σφάλμα στο επιχείρημά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store