die Feigheit
Pronunciation
/ˈfaɪ̯khaɪ̯t/

Ορισμός και σημασία του "feigheit"στα γερμανικά

Die Feigheit
[gender: feminine]
01

δειλία, έλλειψη θάρρους

Ein Mangel an Mut oder Zivilcourage
die Feigheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Feigheit
Παραδείγματα
Seine Feigheit zeigte sich, als er den Streit schlichten sollte.
Η δειλία του φάνηκε όταν έπρεπε να μεσολαβήσει στη διαμάχη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store