Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Feigheit
[gender: feminine]
01
δειλία, έλλειψη θάρρους
Ein Mangel an Mut oder Zivilcourage
Παραδείγματα
Seine Feigheit zeigte sich, als er den Streit schlichten sollte.
Η δειλία του φάνηκε όταν έπρεπε να μεσολαβήσει στη διαμάχη.


























