die feigheit
feigheit
faɪ̯khaɪ̯t
faikhait
feinheit

Ορισμός και σημασία του "feigheit"στα γερμανικά

01

δειλία, έλλειψη θάρρους

Ein Mangel an Mut oder Zivilcourage 
die Feigheit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Feigheit
Παραδείγματα
Die Feigheit der Generäle führte zur Niederlage. 

Η δειλία των στρατηγών οδήγησε στην ήττα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store