Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fehlen
01
λείπω, απουσιάζω
Etwas ist nicht in ausreichender Menge da
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fehle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fehlt
ενεστώτα μετοχή
fehlend
απλός αόριστος
fehlte
παθητική μετοχή
gefehlt
Παραδείγματα
Dir fehlt das nötige Wissen.
Σου λείπουν οι απαραίτητες γνώσεις.
02
λείπω, απουσιάζω
Eine Person oder Sache ist nicht da
Παραδείγματα
Der Lehrer fehlt wegen Krankheit.
Απουσιάζω σημαίνει ότι ένα άτομο ή ένα πράγμα δεν είναι εκεί.



























