fehlen
feh
ˈfe:
fe
len
lən
lēn
fohlenfühlenfeilen

Ορισμός και σημασία του "fehlen"στα γερμανικά

fehlen
01

λείπω, απουσιάζω

Etwas ist nicht in ausreichender Menge da 
fehlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fehle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fehlt
ενεστώτα μετοχή
fehlend
απλός αόριστος
fehlte
παθητική μετοχή
gefehlt
Παραδείγματα
Es fehlen drei Euro. 

Λείπουν τρία ευρώ.

02

λείπω, απουσιάζω

Eine Person oder Sache ist nicht da 
fehlen definition and meaning
Παραδείγματα
Heute fehlt Anna in der Schule. 

Απουσιάζει σημαίνει ότι η Άννα δεν είναι στο σχολείο σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store