fehlen
Pronunciation
/ˈfeːlən/

Ορισμός και σημασία του "fehlen"στα γερμανικά

fehlen
01

λείπω, απουσιάζω

Etwas ist nicht in ausreichender Menge da
fehlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fehle
γ΄ ενικό πρόσωπο
fehlt
ενεστώτα μετοχή
fehlend
απλός αόριστος
fehlte
παθητική μετοχή
gefehlt
Παραδείγματα
Dir fehlt das nötige Wissen.
Σου λείπουν οι απαραίτητες γνώσεις.
02

λείπω, απουσιάζω

Eine Person oder Sache ist nicht da
fehlen definition and meaning
Παραδείγματα
Der Lehrer fehlt wegen Krankheit.
Απουσιάζω σημαίνει ότι ένα άτομο ή ένα πράγμα δεν είναι εκεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store