faul
Pronunciation
/faʊ̯l/

Ορισμός και σημασία του "faul"στα γερμανικά

01

τεμπέλης, οκνηρός

Ohne Lust oder Energie zu arbeiten oder sich zu bewegen
faul definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am faulsten
συγκριτικός βαθμός
fauler
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Faul sein ist nicht gut für die Gesundheit.
Το να είσαι τεμπέλης δεν είναι καλό για την υγεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store