Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Fahrplan
[gender: masculine]
01
δρομολόγιο, πρόγραμμα
Der Plan mit Zeiten für Abfahrt und Ankunft von Verkehrsmitteln
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Fahrplan(e)s
πληθυντικός τύπος
Fahrpläne
Παραδείγματα
Im Fahrplan steht alles.
Το πρόγραμμα περιέχει τα πάντα.



























