Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exzerpieren
01
συνοψίζω, εξάγω
Wesentliche Inhalte aus einem Text systematisch zusammenfassen oder herausziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
exzerpiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
exzerpiert
ενεστώτα μετοχή
exzerpierend
απλός αόριστος
exzerpierte
παθητική μετοχή
exzerpiert
Παραδείγματα
Ich exzerpiere immer Kochrezepte, um nur die Schritte zu behalten.
Πάντα συνοψίζω συνταγές μαγειρικής για να διατηρήσω μόνο τα βήματα.



























