Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exzerpieren
01
συνοψίζω, εξάγω
Wesentliche Inhalte aus einem Text systematisch zusammenfassen oder herausziehen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
exzerpiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
exzerpiert
ενεστώτα μετοχή
exzerpierend
απλός αόριστος
exzerpierte
παθητική μετοχή
exzerpiert
Παραδείγματα
Für meine Forschung exzerpiere ich wissenschaftliche Artikel.
Exzerpieren σημαίνει συστηματική περίληψη ή εξαγωγή των βασικών περιεχομένων από ένα κείμενο.



























