Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Fach
[gender: neuter]
01
πεδίο σπουδών, ειδικότητα
Ein bestimmtes Studien- oder Arbeitsgebiet
Παραδείγματα
Sie ist Expertin in ihrem Fach.
Είναι ειδική στον τομέα της.
02
μάθημα, επιστημονικό πεδίο
Ein einzelnes Unterrichtsfach in der Schule oder Uni
Παραδείγματα
Er hat Schwierigkeiten in diesem Fach.
Έχει δυσκολίες σε αυτό το μάθημα.
03
συρτάρι, κελί
Ein kleiner Behälter oder Schublade zum Aufbewahren
Παραδείγματα
Bitte lege die Unterlagen ins Fach zurück.
Παρακαλώ βάλτε τα έγγραφα πίσω στο συρτάρι.
fach
01
Einmal, ein einziges Mal
Παραδείγματα
Hör fach zu, bitte!


























