Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Fach
01
πεδίο σπουδών, ειδικότητα
Ein bestimmtes Studien- oder Arbeitsgebiet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Fach(e)s
πληθυντικός τύπος
Fächer
Παραδείγματα
Mein Fach an der Uni ist Biologie.
Η ειδίκευση μου στο πανεπιστήμιο είναι η βιολογία.
02
μάθημα, επιστημονικό πεδίο
Ein einzelnes Unterrichtsfach in der Schule oder Uni
Παραδείγματα
Mathematik ist mein Lieblingsfach.
Τα μαθηματικά είναι το αγαπημένο μου μάθημα.
03
συρτάρι, κελί
Ein kleiner Behälter oder Schublade zum Aufbewahren
Παραδείγματα
Die Schlüssel liegen im Fach unten.
Τα κλειδιά βρίσκονται στο συρτάρι κάτω.
fach
01
Einmal, ein einziges Mal
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Komm doch mal fach vorbei!



























