Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Extremismus
[gender: masculine]
01
εξτρεμισμός, ριζοσπαστισμός
Eine politische oder religiöse Haltung, die sehr radikal und oft gewaltsam ist
Παραδείγματα
Bildung ist wichtig, um Extremismus vorzubeugen.
Η εκπαίδευση είναι σημαντική για την πρόληψη του εξτρεμισμού.


























