Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Etappe
01
στάδιο, στάδιο
Ein Abschnitt eines längeren Prozesses, einer Reise oder eines Wettkampfs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Etappe
πληθυντικός τύπος
Etappen
Παραδείγματα
Die erste Etappe des Projekts ist abgeschlossen.
Το πρώτο στάδιο του έργου έχει ολοκληρωθεί.
02
όπισθεν, ζώνη εφοδιασμού
Das nicht unmittelbar an der Front liegende Gebiet in einem Krieg, das der Versorgung dient
Παραδείγματα
Die Etappe versorgte die Front mit Medikamenten.
Το στάδιο προμήθευε το μέτωπο με φάρμακα.



























