das esszimmer
esszimmer
ɛst͡sɪmɐ
estsim

Ορισμός και σημασία του "esszimmer"στα γερμανικά

01

τραπεζαρία, δωμάτιο για φαγητό

Raum in einem Haus oder einer Wohnung, der zum Essen genutzt wird 
das Esszimmer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
esszimmer
γενική πτώση
esszimmers
Παραδείγματα
Das Esszimmer ist neben der Küche. 

Η τραπεζαρία είναι δίπλα στην κουζίνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store