Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Esszimmer
01
τραπεζαρία, δωμάτιο για φαγητό
Raum in einem Haus oder einer Wohnung, der zum Essen genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
esszimmer
γενική πτώση
esszimmers
Παραδείγματα
Das Esszimmer ist neben der Küche.
Η τραπεζαρία είναι δίπλα στην κουζίνα.
LanGeek



























