Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ethisch
01
ηθικός, ηθικός
Die Moral oder Werte betreffend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Studie wirft ethische Fragen auf.
Η μελέτη θέτει ηθικά ερωτήματα.



























