Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Esstisch
01
τραπέζι φαγητού, τραπέζι τραπεζαρίας
ein Tisch, an dem man Mahlzeiten einnimmt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Esstisch(e)s
πληθυντικός τύπος
Esstische
Παραδείγματα
Der Esstisch ist ausziehbar, um mehr Platz zu schaffen.
Το τραπέζι τραπεζαρίας είναι επεκτάσιμο για να δημιουργήσει περισσότερο χώρο.



























