Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
essen
01
τρώω, καταναλώνω
Nahrung zu sich nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
esse
γ΄ ενικό πρόσωπο
isst
ενεστώτα μετοχή
essend
απλός αόριστος
aß
παθητική μετοχή
gegessen
Παραδείγματα
Ich esse jeden Tag Brot.
Εγώ τρώω ψωμί κάθε μέρα.
Das Essen
01
τροφή, γεύμα
Nahrung oder Mahlzeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Essens
πληθυντικός τύπος
Essen
Παραδείγματα
Das Essen schmeckt gut.
Το φαγητό έχει καλή γεύση.



























