essen
e
ˈɛ
e
ssen
sən
sēn
eisen

Ορισμός και σημασία του "essen"στα γερμανικά

01

τρώω, καταναλώνω

Nahrung zu sich nehmen 
essen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
esse
γ΄ ενικό πρόσωπο
isst
ενεστώτα μετοχή
essend
απλός αόριστος
παθητική μετοχή
gegessen
Παραδείγματα
Ich esse jeden Tag Brot. 

Εγώ τρώω ψωμί κάθε μέρα.

01

τροφή, γεύμα

Nahrung oder Mahlzeit 
das Essen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Essens
πληθυντικός τύπος
Essen
Παραδείγματα
Das Essen schmeckt gut. 

Το φαγητό έχει καλή γεύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store