Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ertragreich
01
κερδοφόρος, επικερδής
Einen hohen Ertrag oder Gewinn bringend
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am ertragreichsten
συγκριτικός βαθμός
ertragreicher
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er sucht nach einer ertragreichen Beschäftigung.
Αναζητά μια κερδοφόρα εργασία.



























