erziehen
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈtsiːən/

Ορισμός και σημασία του "erziehen"στα γερμανικά

erziehen
01

ανατρέφω, εκπαιδεύω

Kinder oder Jugendliche so begleiten, dass sie gute Werte und Verhalten lernen
erziehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erziehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erzieht
ενεστώτα μετοχή
erziehend
απλός αόριστος
erzog
παθητική μετοχή
erzogen
Παραδείγματα
Er zieht seine Kinder mit Liebe und Respekt erzogen.
Ανατρέφει τα παιδιά του με αγάπη και σεβασμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store