Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erziehen
01
ανατρέφω, εκπαιδεύω
Kinder oder Jugendliche so begleiten, dass sie gute Werte und Verhalten lernen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erziehe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erzieht
ενεστώτα μετοχή
erziehend
απλός αόριστος
erzog
παθητική μετοχή
erzogen
Παραδείγματα
Er zieht seine Kinder mit Liebe und Respekt erzogen.
Ανατρέφει τα παιδιά του με αγάπη και σεβασμό.



























