erwarten
Pronunciation
/ɛɐ̯ˈvaʁtən/

Ορισμός και σημασία του "erwarten"στα γερμανικά

erwarten
01

περιμένω, αναμένω

Auf jemanden oder etwas warten
erwarten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
warten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erwarte
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwartet
ενεστώτα μετοχή
erwartend
απλός αόριστος
erwartete
παθητική μετοχή
erwartet
Παραδείγματα
Alle erwarten den Beginn der Show.
Όλοι περιμένουν την έναρξη της παράστασης.
02

αναμένω, υποθέτω

Etwas als wahrscheinlich annehmen oder hoffen
erwarten definition and meaning
Παραδείγματα
Er erwartet ein Kind.
Αυτός περιμένει ένα παιδί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store