erwachsen
erwachsen
ɛɐ̯vaksn
evaksn
erwachen

Ορισμός και σημασία του "erwachsen"στα γερμανικά

erwachsen
01

μεγαλώνω, γίνομαι ενήλικας

Größer oder älter werden 
erwachsen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
wachsen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
erwachse
γ΄ ενικό πρόσωπο
erwächst
ενεστώτα μετοχή
erwachsend
απλός αόριστος
erwuchs
παθητική μετοχή
erwachsen
Παραδείγματα
Kinder erwachsen zu verantwortungsbewussten Erwachsenen. 

Τα παιδιά μεγαλώνουν για να γίνουν υπεύθυνοι ενήλικες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store