Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ertappen
01
πιάνω στα πράσα, προλαβαίνω
Jemanden bei einer verbotenen oder peinlichen Handlung überraschen und feststellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ertappe
γ΄ ενικό πρόσωπο
ertappt
ενεστώτα μετοχή
ertappend
απλός αόριστος
ertappte
παθητική μετοχή
ertappt
Παραδείγματα
Die Kamera ertappte den Einbrecher beim Verlassen des Hauses.
Η κάμερα έπιασε τον κλέφτη να φεύγει από το σπίτι.



























