Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erschöpft
01
εξαντλημένος, κουρασμένος
In einem Zustand extremer körperlicher oder geistiger Müdigkeit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erschöpftesten
συγκριτικός βαθμός
erschöpfter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Ich bin mental erschöpft von diesen Entscheidungen.
Είναι ψυχικά εξαντλημένος από αυτές τις αποφάσεις.



























