Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erschließen
01
αναπτύσσω, αξιοποιώ
Einen Bereich nutzbar machen oder für jemanden zugänglich machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
schließen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erschließe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erschließt
ενεστώτα μετοχή
erschließend
απλός αόριστος
erschloss
παθητική μετοχή
erschlossen
Παραδείγματα
Das Gebiet wurde für den Tourismus erschlossen.
Η περιοχή αναπτύχθηκε για τον τουρισμό.



























