Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erreichen
01
φτάνω, επιτυγχάνω
An ein Ziel oder einen Ort kommen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
reichen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erreiche
γ΄ ενικό πρόσωπο
erreicht
ενεστώτα μετοχή
erreichend
απλός αόριστος
erreichte
παθητική μετοχή
erreicht
Παραδείγματα
Ich habe den Bus gerade noch erreicht.
Μόλις πρόλαβα το λεωφορείο.
02
επιτυγχάνω, κατορθώνω
Ein Ziel oder Ergebnis schaffen
Παραδείγματα
Er hat seine Ziele erreicht.
Έχει επιτύχει τους στόχους του.



























