ernten
ernten
ɛɐ̯ntn
entn

Ορισμός και σημασία του "ernten"στα γερμανικά

ernten
01

συγκομίζω, θερίζω

Pflanzen oder Früchte von Feldern sammeln, wenn sie reif sind 
ernten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ernte
γ΄ ενικό πρόσωπο
erntet
ενεστώτα μετοχή
erntend
απλός αόριστος
erntete
παθητική μετοχή
geerntet
Παραδείγματα
Die Bauern ernten das Getreide im Herbst. 

Οι αγρότες συλλέγουν το σιτάρι το φθινόπωρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store