Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ernten
01
συγκομίζω, θερίζω
Pflanzen oder Früchte von Feldern sammeln, wenn sie reif sind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ernte
γ΄ ενικό πρόσωπο
erntet
ενεστώτα μετοχή
erntend
απλός αόριστος
erntete
παθητική μετοχή
geerntet
Παραδείγματα
Ernten ist harte Arbeit.
Συγκομιδή είναι σκληρή δουλειά.



























