Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erlaubnis
01
άδεια, αποδοχή
Die Zustimmung, etwas tun zu dürfen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Erlaubnis
Παραδείγματα
Ich brauche die Erlaubnis meiner Eltern.
Χρειάζομαι την άδεια των γονέων μου.
02
άδεια, αποδοχή
Eine offizielle Genehmigung von Behörden
Παραδείγματα
Sie hat eine Erlaubnis zum Arbeiten.
Έχει άδεια εργασίας.



























