erfreut
erfreut
ɛɐ̯fʁɔɪ̯t
efroyt

Ορισμός και σημασία του "erfreut"στα γερμανικά

01

ευχαριστημένος, χαρούμενος

Glücklich oder zufrieden über etwas 
erfreut definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am erfreutesten
συγκριτικός βαθμός
erfreuter
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Emotion, Reaktion, Gesellschaft
Παραδείγματα
Ich bin sehr erfreut über dein Geschenk. 

Είμαι πολύ ευχαριστημένος με το δώρο σου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store