erfordern
erfordern
ɛɐ̯fɔɐ̯dɐn
efawdn

Ορισμός και σημασία του "erfordern"στα γερμανικά

erfordern
01

απαιτώ, απαιτείται

Etwas als notwendige Bedingung haben 
erfordern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
fordern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erfordere
γ΄ ενικό πρόσωπο
erfordert
ενεστώτα μετοχή
erfordernd
απλός αόριστος
erforderte
παθητική μετοχή
erfordert
Παραδείγματα
Diese Aufgabe erfordert viel Geduld. 

Αυτή η εργασία απαιτεί πολλή υπομονή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store