Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ereignen
01
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα
Geschehen, besonders für bedeutende oder ungewöhnliche Vorkommnisse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
eignen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ereigne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ereignet
ενεστώτα μετοχή
ereignend
απλός αόριστος
ereignete
παθητική μετοχή
ereignet
Παραδείγματα
Nichts Besonderes hat sich ereignet.
Δεν συνέβη τίποτα ιδιαίτερο.



























