ereignen
ereignen
ɛɐ̯ʔaɪ̯gnən
eaignēn

Ορισμός και σημασία του "ereignen"στα γερμανικά

ereignen
01

συμβαίνει, λαμβάνει χώρα

Geschehen, besonders für bedeutende oder ungewöhnliche Vorkommnisse 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
er
βασικό ρήμα
eignen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ereigne
γ΄ ενικό πρόσωπο
ereignet
ενεστώτα μετοχή
ereignend
απλός αόριστος
ereignete
παθητική μετοχή
ereignet
Παραδείγματα
Der Unfall ereignete sich gestern Abend. 

Το ατύχημα συνέβη χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store