Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ereignen
01
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα
Geschehen, besonders für bedeutende oder ungewöhnliche Vorkommnisse
Παραδείγματα
Nichts Besonderes hat sich ereignet.
Δεν συνέβη τίποτα ιδιαίτερο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα