Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Erdbevölkerung
[gender: feminine]
01
παγκόσμιος πληθυσμός, κάτοικοι της Γης
Alle Menschen, die auf der Erde leben
Παραδείγματα
Der Klimawandel betrifft die gesamte Erdbevölkerung.
Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει ολόκληρο τον πληθυσμό του κόσμου.


























