Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erblühen
01
ανθίζω, ανοίγω
Wenn eine Blume aufmacht und schön wird
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erblühe
γ΄ ενικό πρόσωπο
erblüht
ενεστώτα μετοχή
erblühend
απλός αόριστος
erblühte
παθητική μετοχή
erblüht
Παραδείγματα
Die Natur erblüht im Frühling neu.
Η φύση ανθίζει ξανά την άνοιξη.



























