Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
erarbeiten
[past form: erarbeitete]
01
αναπτύσσω, δημιουργώ
Etwas durch Arbeit oder Überlegung schaffen oder entwickeln
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
erarbeite
γ΄ ενικό πρόσωπο
erarbeitet
ενεστώτα μετοχή
erarbeitend
απλός αόριστος
erarbeitete
παθητική μετοχή
erarbeitet
Παραδείγματα
Er hat die Regeln für das Spiel sorgfältig erarbeitet.
Έχει αναπτύξει προσεκτικά τους κανόνες του παιχνιδιού.



























