Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Entwicklungsland
01
χώρα σε ανάπτυξη, αναπτυσσόμενη χώρα
Ein Staat mit niedrigem Lebensstandard, unzureichender Industrialisierung und oft hoher Verschuldung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Entwicklungsländer
γενική πτώση
Entwicklungsland(e)s
Παραδείγματα
Viele Entwicklungsländer kämpfen mit Armut.
Πολλές χώρες που αναπτύσσονται αγωνίζονται με τη φτώχεια.
LanGeek



























