entsorgen
ent
ɛnt
ent
sorgen
ˈsɔʁgn
sawrgn
entsagen

Ορισμός και σημασία του "entsorgen"στα γερμανικά

entsorgen
01

απορρίπτω, ξεφορτώνομαι

Abfälle oder unbrauchbare Dinge fachgerecht beseitigen 
entsorgen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
sorgen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entsorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
entsorgt
ενεστώτα μετοχή
entsorgend
απλός αόριστος
entsorgte
παθητική μετοχή
entsorgt
Παραδείγματα
Alte Batterien darf man nicht im Hausmüll entsorgen. 

Οι παλιές μπαταρίες δεν πρέπει να απορρίπτονται στα οικιακά απορρίμματα.

02

καθαρίζω, απαλλάσσω

Etwas von störenden oder gefährlichen Elementen befreien 
entsorgen definition and meaning
Παραδείγματα
Nach dem Hochwasser mussten wir das Keller entsorgen. 

Μετά την πλημμύρα, έπρεπε να καθαρίσουμε το υπόγειο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store