Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entsorgen
01
απορρίπτω, ξεφορτώνομαι
Abfälle oder unbrauchbare Dinge fachgerecht beseitigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
sorgen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entsorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
entsorgt
ενεστώτα μετοχή
entsorgend
απλός αόριστος
entsorgte
παθητική μετοχή
entsorgt
Παραδείγματα
Wir müssen den Elektroschrott fachgerecht entsorgen.
Πρέπει να απορρίψουμε τα ηλεκτρονικά απόβλητα κατάλληλα.
02
καθαρίζω, απαλλάσσω
Etwas von störenden oder gefährlichen Elementen befreien
Παραδείγματα
Die Straßenreinigung entsorgt täglich den Müll aus den Parks.
Η υπηρεσία καθαρισμού των δρόμων απομακρύνει τα σκουπίδια από τα πάρκα καθημερινά.



























