entmutigen
ent
ˈɛnt
ent
mu
mu:
moo
ti
ti
gen
gən
gēn

Ορισμός και σημασία του "entmutigen"στα γερμανικά

entmutigen
01

αποθαρρύνω, απογοητεύω

Jemandem den Mut oder die Hoffnung nehmen 
entmutigen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
mutigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entmutige
γ΄ ενικό πρόσωπο
entmutigt
ενεστώτα μετοχή
entmutigend
απλός αόριστος
entmutigte
παθητική μετοχή
entmutigt
Παραδείγματα
Sein harter Ton entmutigte die Schüler. 

Ο σκληρός τόνος του αποθάρρυνε τους μαθητές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store