Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entmutigen
01
αποθαρρύνω, απογοητεύω
Jemandem den Mut oder die Hoffnung nehmen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
mutigen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entmutige
γ΄ ενικό πρόσωπο
entmutigt
ενεστώτα μετοχή
entmutigend
απλός αόριστος
entmutigte
παθητική μετοχή
entmutigt
Παραδείγματα
Komplexe Aufgaben sollten Kinder nicht entmutigen.
Οι σύνθετες εργασίες δεν πρέπει να αποθαρρύνουν τα παιδιά.



























