Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entkräften
01
ανασκευάζω, ακυρώνω
Ein Argument, eine Theorie oder eine Position durch logische Gegenbeweise oder Fakten schwächen oder widerlegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
kräften
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entkräfte
γ΄ ενικό πρόσωπο
entkräftet
ενεστώτα μετοχή
entkräftend
απλός αόριστος
entkräftete
παθητική μετοχή
entkräftet
Παραδείγματα
Deutsch English Persian Die Anwältin entkräftete die Aussage des Zeugen mit Beweisen.
Η δικηγόρος απέδειξε λανθασμένη τη μαρτυρία του μάρτυρα με αποδείξεις.



























