enthalten
en
ɛn
εν
thalten
ˈthaltn
τχαλτν
entfaltenenthauptenenthäutenenthaaren

Ορισμός και σημασία του "enthalten"στα γερμανικά

enthalten
01

περιέχει, συμπεριλαμβάνει

Etwas als Bestandteil in sich haben 
enthalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
enthalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
enthält
ενεστώτα μετοχή
enthaltend
απλός αόριστος
enthielt
παθητική μετοχή
enthalten
Παραδείγματα
Dieses Produkt enthält Nüsse. 

Αυτό το προϊόν περιέχει ξηρούς καρπούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store