Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enthalten
01
περιέχει, συμπεριλαμβάνει
Etwas als Bestandteil in sich haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
halten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
enthalte
γ΄ ενικό πρόσωπο
enthält
ενεστώτα μετοχή
enthaltend
απλός αόριστος
enthielt
παθητική μετοχή
enthalten
Παραδείγματα
Der Vertrag enthält eine Geheimhaltungsklausel.
Η σύμβαση περιέχει μια ρήτρα εμπιστευτικότητας.



























