entdecken
Pronunciation
/ɛntˈdɛkən/

Ορισμός και σημασία του "entdecken"στα γερμανικά

entdecken
01

ανακαλύπτω, βρίσκω

Etwas zum ersten Mal finden oder bemerken
entdecken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
decken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entdecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
entdeckt
ενεστώτα μετοχή
entdeckend
απλός αόριστος
entdeckte
παθητική μετοχή
entdeckt
Παραδείγματα
Wir entdeckten ein schönes Restaurant in der Stadt.
Ανακαλύψαμε ένα ωραίο εστιατόριο στην πόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store