Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
entdecken
01
ανακαλύπτω, βρίσκω
Etwas zum ersten Mal finden oder bemerken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
ent
βασικό ρήμα
decken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
entdecke
γ΄ ενικό πρόσωπο
entdeckt
ενεστώτα μετοχή
entdeckend
απλός αόριστος
entdeckte
παθητική μετοχή
entdeckt
Παραδείγματα
Christoph Kolumbus entdeckte Amerika.
Ο Χριστόφορος Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική.



























