Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enorm
01
τεράστιος, κολοσσιαίος
Außergewöhnlich groß, stark oder umfangreich
Παραδείγματα
Es herrscht enormer Druck auf den Mitarbeitern.
Υπάρχει τεράστια πίεση στους εργαζόμενους.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τεράστιος, κολοσσιαίος