enorm
Pronunciation
/eˈnɔʁm/

Ορισμός και σημασία του "enorm"στα γερμανικά

01

τεράστιος, κολοσσιαίος

Außergewöhnlich groß, stark oder umfangreich
enorm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am enormsten
συγκριτικός βαθμός
enormer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Es herrscht enormer Druck auf den Mitarbeitern.
Υπάρχει τεράστια πίεση στους εργαζόμενους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store