Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Engpass
01
στενό, έλλειψη
Ein Mangel an etwas, besonders kurzfristig oder plötzlich
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Engpasses
πληθυντικός τύπος
Engpässe
Παραδείγματα
Der Engpass betrifft die ganze Region.
Το σημείο συμφόρησης επηρεάζει ολόκληρη την περιοχή.
02
στενό πέρασμα, στενό
ein sehr enger Durchgang, durch den man nur schwer hindurchkommt
Παραδείγματα
Im Gebirge gibt es viele natürliche Engpässe.
Στα βουνά υπάρχουν πολλά φυσικά στενά.
Λεξικό Δέντρο
engpass
eng
pass



























