Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einzeln
01
μεμονωμένος, ξεχωριστός
Nicht mit anderen verbunden oder in einer Gruppe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am einzelnsten
συγκριτικός βαθμός
einzelner
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Jedes dieser Bücher wird einzeln verkauft.
Κάθε ένα από αυτά τα βιβλία πωλείται ξεχωριστά.



























