eintreten
Pronunciation
/ˈaɪ̯ntʁeːtən/

Ορισμός και σημασία του "eintreten"στα γερμανικά

eintreten
01

εγγραφώ, γίνομαι μέλος

Mitglied einer Gruppe oder Organisation werden
eintreten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
treten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
trete ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
tritt ein
ενεστώτα μετοχή
eintretend
απλός αόριστος
trat ein
παθητική μετοχή
eingetreten
Παραδείγματα
Er ist mit 18 in die Armee eingetreten.
Αυτός μπήκε στον στρατό στα 18 του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store