Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einstig
01
πρώην, προηγούμενος
Früher bestehend oder vorhanden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die einstige Freundschaft hat sich verändert.
Η πρώην φιλία έχει αλλάξει.



























