einschalten
Pronunciation
/ˈaɪ̯nʃaltən/

Ορισμός και σημασία του "einschalten"στα γερμανικά

einschalten
01

ανάβω, ενεργοποιώ

Ein Gerät oder eine Funktion aktivieren, sodass es beginnt zu arbeiten
einschalten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
schalten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schalte ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaltet ein
ενεστώτα μετοχή
einschaltend
απλός αόριστος
schaltete ein
παθητική μετοχή
eingeschaltet
Παραδείγματα
Der Laptop schaltet sich automatisch ein, wenn du den Knopf drückst.
Ο φορητός υπολογιστής ενεργοποιείται αυτόματα όταν πατάτε το κουμπί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store