Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einschalten
01
ανάβω, ενεργοποιώ
Ein Gerät oder eine Funktion aktivieren, sodass es beginnt zu arbeiten
Παραδείγματα
Der Laptop schaltet sich automatisch ein, wenn du den Knopf drückst.
Ο φορητός υπολογιστής ενεργοποιείται αυτόματα όταν πατάτε το κουμπί.


























