Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einschalten
01
ανάβω, ενεργοποιώ
Ein Gerät oder eine Funktion aktivieren, sodass es beginnt zu arbeiten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
schalten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
schalte ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
schaltet ein
ενεστώτα μετοχή
einschaltend
απλός αόριστος
schaltete ein
παθητική μετοχή
eingeschaltet
Παραδείγματα
Der Laptop schaltet sich automatisch ein, wenn du den Knopf drückst.
Ο φορητός υπολογιστής ενεργοποιείται αυτόματα όταν πατάτε το κουμπί.
Λεξικό Δέντρο
einschalten
ein
schalten



























