Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einmischen
01
ανακατεύομαι, παρεμβαίνω
Ungefragt in die Angelegenheiten anderer eingreifen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
mischen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
mische ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
mischt ein
ενεστώτα μετοχή
einmischend
απλός αόριστος
mischte ein
παθητική μετοχή
eingemischt
Παραδείγματα
Der Staat mischt sich zu sehr in private Angelegenheiten ein.
Το κράτος αναμιγνύεται υπερβολικά σε ιδιωτικά ζητήματα.



























