eingehen
Pronunciation
/ˈaɪ̯nˌɡeːən/

Ορισμός και σημασία του "eingehen"στα γερμανικά

eingehen
01

αποδέχομαι, συμφωνώ

Auf ein Angebot, eine Bitte oder einen Vorschlag positiv reagieren
eingehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht ein
ενεστώτα μετοχή
eingehend
απλός αόριστος
ging ein
παθητική μετοχή
eingegangen
Παραδείγματα
Warum gingst du nicht auf meine Hilfe ein?
Γιατί δεν αντιδράσατε στη βοήθειά μου;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store