Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
eingehen
01
αποδέχομαι, συμφωνώ
Auf ein Angebot, eine Bitte oder einen Vorschlag positiv reagieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ein
βασικό ρήμα
gehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
gehe ein
γ΄ ενικό πρόσωπο
geht ein
ενεστώτα μετοχή
eingehend
απλός αόριστος
ging ein
παθητική μετοχή
eingegangen
Παραδείγματα
Der Kunde ging auf das Rabattangebot des Verkäufers ein.
Ο πελάτης δέχτηκε την προσφορά έκπτωσης του πωλητή.
Λεξικό Δέντρο
eingehen
ein
gehen



























